← Επιστροφή στο αρχείο

SYDNEY LONG (1871-1955)


Αυστραλός ζωγράφος γεννημένος στην περιοχή της New South Wales, όπου σπούδασε τέχνη από το 1890. 


Αρχικά επηρεάστηκε από την αυστραλιανή ομάδα ιμπρεσιονιστών γνωστή με το όνομα Heidelberg School.


Ένας ιμπρεσιονιστικός πίνακάς του μάλιστα (By Tranquil Waters) είχε προκαλέσει μικρό σκάνδαλο το 1894 λόγω του ερωτισμού που απέπνεε, αν και τελικά αγοράστηκε από την Art Gallery του Sidney. 

By Tranquil Waters

Το έργο τράβηξε την προσοχή του John Ashton, ιδρυτή πολύ γνωστής σχολής τέχνης στο Sidney και το 1907 έγινε το νο 2 της σχολής μετά τον ίδιο τον Ashton. 


Το 1910 πήγε στο Λονδίνο όπου διδάχτηκε χαρακτική, πήγε στην Αυστραλία το 1921, βοήθησε στην ίδρυση της Australian Painters, Etchers and Engravers Society και επέστρεψε στο Λονδίνο, όπου έμεινε ως το 1925. 


Κέρδισε δύο φορές (1938 και 1940) το Wynne Prize για καλύτερο τοπίο. 


Ήταν δάσκαλος τέχνης και πρόεδρος της παραπάνω Society για πολλά χρόνια. 


Πέθανε στο Λονδίνο, όπου είχε ξαναπάει από το 1952. 


Μετά το 1895 απομακρύνθηκε από τον ιμπρεσιονισμό της Heidelberg School και αρχικά κινήθηκε σε ένα ύφος ανάμεσα στο ρεαλισμό του τοπίου της σχολής της Barbizon και των βικτωριανών εσωτερικών σκηνών καθημερινότητας. 


Προσπαθώντας συγχρόνως να συλλάβει το «πνεύμα του τόπου», έφτασε σε ένα είδος αυστραλιανού παγανισμού που συνυπήρξε και με το λογοτεχνικό αντίστοιχό του. 



Έτσι δημιούργησε ένα είδος ποιητικού συμβολισμού με μυθολογικά στοιχεία και ύφος επηρεασμένο από την art nouveau, προσδίδοντας έτσι μια προσωπική προσέγγιση στο αυστραλιανό τοπίο. 


Ήθελε να μεταφέρει το κλίμα της ελληνικής μυθολογίας στις αχανείς εκτάσεις της χώρας του. 


Τα σχετικά έργα, που έγιναν μετά το 1897, υπήρξαν πολύ δημοφιλή και του παρείχαν την οικονομική δυνατότητα να πάει στο Λονδίνο το 1910. 

 

Το μετέπειτα έργο του διατήρησε λίγα μόνο στοιχεία από την περίοδο αυτή.  


 





:

DIERIC BOUTS (περ. 1415-1475)

Άγιος Χριστόφορος Σημαντικός Ολλανδός ζωγράφος της πρώιμης περιόδου της τέχνης της χώρας.    Πιθανόν υπήρξε μαθητής του Van der Weyden.    Επηρεάστηκε απ’ αυτόν και τον van Eyck , ενώ ήταν ένας από τους πρώτους βόρειους καλλιτέχνες που φιλοτέχνησαν πορτρέτα σε τρία τέταρτα με μέρος τοπίου στο βάθος.    Παντρεύτηκε δύο φορές και οι δύο γιοι του, ζωγράφοι κι εκείνοι, συνέχισαν μετά απ’ αυτόν να διευθύνουν το εργαστήριό του.    Τουλάχιστον από το 1457 και έως τον θάνατό του εργάστηκε στην πόλη Leuven .  Ζωγράφισε κυρίως πίνακες με θρησκευτικά θέματα (μερικοί απ᾽ αυτούς τρίπτυχα, αλλά και μικρότερους, με την Παναγία και το Βρέφος), καθώς και πορτρέτα.     Σωζόμενο απόσπασμα από κατεστραμμένο μεγαλύτερο έργο

SYDNEY LONG (1871-1955)


Αυστραλός ζωγράφος γεννημένος στην περιοχή της New South Wales, όπου σπούδασε τέχνη από το 1890. 


Αρχικά επηρεάστηκε από την αυστραλιανή ομάδα ιμπρεσιονιστών γνωστή με το όνομα Heidelberg School.


Ένας ιμπρεσιονιστικός πίνακάς του μάλιστα (By Tranquil Waters) είχε προκαλέσει μικρό σκάνδαλο το 1894 λόγω του ερωτισμού που απέπνεε, αν και τελικά αγοράστηκε από την Art Gallery του Sidney. 

By Tranquil Waters

Το έργο τράβηξε την προσοχή του John Ashton, ιδρυτή πολύ γνωστής σχολής τέχνης στο Sidney και το 1907 έγινε το νο 2 της σχολής μετά τον ίδιο τον Ashton. 


Το 1910 πήγε στο Λονδίνο όπου διδάχτηκε χαρακτική, πήγε στην Αυστραλία το 1921, βοήθησε στην ίδρυση της Australian Painters, Etchers and Engravers Society και επέστρεψε στο Λονδίνο, όπου έμεινε ως το 1925. 


Κέρδισε δύο φορές (1938 και 1940) το Wynne Prize για καλύτερο τοπίο. 


Ήταν δάσκαλος τέχνης και πρόεδρος της παραπάνω Society για πολλά χρόνια. 


Πέθανε στο Λονδίνο, όπου είχε ξαναπάει από το 1952. 


Μετά το 1895 απομακρύνθηκε από τον ιμπρεσιονισμό της Heidelberg School και αρχικά κινήθηκε σε ένα ύφος ανάμεσα στο ρεαλισμό του τοπίου της σχολής της Barbizon και των βικτωριανών εσωτερικών σκηνών καθημερινότητας. 


Προσπαθώντας συγχρόνως να συλλάβει το «πνεύμα του τόπου», έφτασε σε ένα είδος αυστραλιανού παγανισμού που συνυπήρξε και με το λογοτεχνικό αντίστοιχό του. 



Έτσι δημιούργησε ένα είδος ποιητικού συμβολισμού με μυθολογικά στοιχεία και ύφος επηρεασμένο από την art nouveau, προσδίδοντας έτσι μια προσωπική προσέγγιση στο αυστραλιανό τοπίο. 


Ήθελε να μεταφέρει το κλίμα της ελληνικής μυθολογίας στις αχανείς εκτάσεις της χώρας του. 


Τα σχετικά έργα, που έγιναν μετά το 1897, υπήρξαν πολύ δημοφιλή και του παρείχαν την οικονομική δυνατότητα να πάει στο Λονδίνο το 1910. 

 

Το μετέπειτα έργο του διατήρησε λίγα μόνο στοιχεία από την περίοδο αυτή.  


 





Σχόλια