Αμερικανός ζωγράφος από τη Μασαχουσέτη, από τους πρωτοπόρους του φωτορεαλισμού στα 60ς και 70ς.
Στη δεκαετία του 50 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη και έγινε βοηθός του αφηρημένου ζωγράφου Franz Kline. Υιοθέτησε και ο ίδιος τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό, άρχισε να εκθέτει και έκανε την πρώτη του ατομική το 1962.
Ακόμα και την εποχή που δεχόταν εγκωμιαστικές κριτικές για τα αφηρημένα έργα του, στο εργαστήριό του ζωγράφιζε παραστατικά και τον ενδιέφερε η ανθρώπινη φιγούρα και η ψευδαίσθηση της τρισδιάστατης απόδοσης.
Το 1963, βλέποντας οικογενειακές φωτογραφίες μετά τον θάνατο του πατέρα του, συνειδητοποίησε το ενδιαφέρον του για τη φύση της αναπαράστασης και τη σχέση υποκειμενικότητας, μνήμης και νοήματος.
Άρχισε να χρησιμοποιεί φωτογραφίες ως πηγή των έργων του, δικές του ή άλλων.
Το 1966 έκανε μια σημαντική έκθεση στη Νέα Υόρκη, η οποία ουσιαστικά εισήγαγε τον φωτορεαλισμό στις ΗΠΑ.
Το 1972 πήρε μέρος στα documenta του Kassel που κάνουν παγκόσμια γνωστό το κίνημα και στο οποίο συμμετέχουν Ευρωπαίοι και Αμερικανοί δημιουργοί (Richter, Close, Estes, Polke κ.ά.)
Εκπροσώπησε επίσης τις ΗΠΑ και στα documenta του 1977.
Το 1979 κερδίζει την περιζήτητη υποτροφία DAAD για να μείνει και να εργαστεί στο Βερολίνο, όπου διοργανώθηκε μια μεγάλη αναδρομική του.
Δίδαξε τέχνη στην Ευρώπη και στη Νέα Υόρκη και συνέχισε να εκθέτει διεθνώς.
Η χρήση αερογράφου και, αργότερα, υπολογιστή προσδίδουν αμφιβολία για το πόσο ρεαλιστικά είναι στην πραγματικότητα τα ρεαλιστικά εκ πρώτης όψεως έργα του.
Σύνηθες θέμα του είναι τα ομαδικά πορτρέτα, φτιαγμένα με εξαιρετική ακρίβεια, αν και δεν μπορούμε να τα θεωρήσουμε απόλυτα ρεαλιστικά, αφού συνήθως το φόντο είναι μονόχρωμο και αφηρημένο.
Συχνά ξακρίζει τις ζωγραφιές του και τις στήνει σε βάθρο, σαν δισδιάστατα γλυπτά.
Αργότερα στράφηκε σε τοπία ή συνθέσεις που θυμίζουν τα παιχνίδια της φαντασίας του Magritte.















